Μετάβαση στο περιεχόμενο

μηχανογραφημένος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο μηχανογραφημένος η μηχανογραφημένη το μηχανογραφημένο
      γενική του μηχανογραφημένου της μηχανογραφημένης του μηχανογραφημένου
    αιτιατική τον μηχανογραφημένο τη μηχανογραφημένη το μηχανογραφημένο
     κλητική μηχανογραφημένε μηχανογραφημένη μηχανογραφημένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι μηχανογραφημένοι οι μηχανογραφημένες τα μηχανογραφημένα
      γενική των μηχανογραφημένων των μηχανογραφημένων των μηχανογραφημένων
    αιτιατική τους μηχανογραφημένους τις μηχανογραφημένες τα μηχανογραφημένα
     κλητική μηχανογραφημένοι μηχανογραφημένες μηχανογραφημένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μηχανογραφημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου μηχανογραφώ

Μετοχή

[επεξεργασία]

μηχανογραφημένος, -η, -ο

  •  δείτε τη λέξη μηχανογραφώ
      Οι ανωνυμοποιημένες πληροφορίες, δηλαδή εκείνες που φέρουν μόνο αριθμό ταυτοποίησης και δεν συνδέονται με δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, θα αποθηκεύονται σε κεντρική μηχανογραφημένη βάση δεδομένων που προστατεύεται με εξατομικευμένο και εμπιστευτικό χρηστώνυμο και κωδικό πρόσβασης. (SQUEEZE Παράρτημα 1AB - Ενημερωτικό Έντυπο για τον Ασθενή και Έντυπο Συγκατάθεσης Ασθενή v1.0 (11ΣΕΠ2019) Translated into Greek for Greece from English from SQUEEZE Appendix 1AB - Patient Information Sheet and Informed Consent Form v1.0 dated 11SEP2019. Translation validated on 02 December 2019, European Society of Anesthesiology )

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]