μπαγλαρωμένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μπαγλαρωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου μπαγλαρώνω
Μετοχή
[επεξεργασία]μπαγλαρωμένος, -η, -ο
- → δείτε τη λέξη μπαγλαρώνω
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] μπαγλαρωμένος
|
|