μπαμπέσης
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μπαμπέσης < (άμεσο δάνειο) αλβανική pabesë με τροπή του [p] σε [b], από τη συμπροφορά του άρθρου στην αιτιατική [ton-p] > [tomb] > [tom-b],[1] (→ δείτε και τη λέξη παμπέσης)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]μπαμπέσης (θηλυκό μπαμπέσα)
- άνθρωπος που είναι πανούργος, δόλιος, άτιμος, ύπουλος· (κυριολεκτικά) άτομο χωρίς μπέσα
- ※ 20ος αιώνας, ⌘ Διδώ Σωτηρίου, Ματωμένα Χώματα [μυθιστόρημα], Αθήνα 1983, εκδόσεις: Κέδρος, αρχική έκδοση: 1962 @google.gr/books
- ― Σεϊτάνηδες, ντεληφισέκηδες! Σᾶς ἠπέρασε ἀπό τήν ἄδεια σας κούτρα, πώς θά φᾶτε τόν ἑλληνικό στρατό! Χαερσίζηδες, μπαμπέσηδες...
- ※ Έρωτας με χτύπησε τρελός
χάνονται τα λόγια και οι λέξεις.
Έρωτας με χτύπησε τρελός
έρωτας με χτύπησε μπαμπέσης.- Απόσπασμα στίχων από το τραγούδι Έρωτας τρελός, (2008) Κατερίνα Κούκα, στίχοι και σύνθεση: Βαγγέλης Κορακάκης.
- ※ Αρκούσαν λίγα δευτερόλεπτα για να μου καταφέρει ο μπαμπέσης το προσχεδιασμένο πισώπλατο χτύπημά του. (Ιερώνυμος Λύκαρης, Το ρομάντζο των καθαρμάτων, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
- ※ 20ος αιώνας, ⌘ Διδώ Σωτηρίου, Ματωμένα Χώματα [μυθιστόρημα], Αθήνα 1983, εκδόσεις: Κέδρος, αρχική έκδοση: 1962 @google.gr/books
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]- παμπέσης (παρωχημένο)
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Αντώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ μπαμπέσης - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'μανάβης' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Δάνεια από τα αλβανικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αλβανικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα στίχους τραγουδιών (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)