νατιβισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο νατιβισμός οι νατιβισμοί
      γενική του νατιβισμού των νατιβισμών
    αιτιατική τον νατιβισμό τους νατιβισμούς
     κλητική νατιβισμέ νατιβισμοί
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

νατιβισμός < (απόδοση όρου) αγγλική nativism, (νεολογισμός) του τέλους του 20ού αιώνα

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /na.ti.viˈzmɔs/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νατιβισμός αρσενικό

  1. (πολιτική) → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)
    «Νατιβισμός είναι η ιδεολογία που υποστηρίζει ότι τα κράτη θα έπρεπε να κατοικούνται αποκλειστικά από μέλη της αυτόχθονης ομάδας («του έθνους») και ότι τα μη αυτόχθονα στοιχεία (πρόσωπα και ιδέες) απειλούν θεμελιωδώς την ομοιογένεια του έθνους-κράτους» (Cas Mudde, βλ. http://metarithmisi.liberal.gr/post/σχολια-διαλογος/γιατί-ο-νατιβισμός-και-όχι-ο-λαϊκισμός/, accessed 2019-11-28, βλ. επίσης https://en.wikipedia.org/wiki/Nativism_(politics))
  2. (φιλοσοφία) → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)
  3. (γλωσσολογία) → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]