νεοφασισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νεοφασισμός νεοφασισμοί
γενική νεοφασισμού νεοφασισμών
αιτιατική νεοφασισμό νεοφασισμούς
κλητική νεοφασισμέ νεοφασισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

νεοφασισμός < νεο- + φασισμός < ιταλική fascismo < fascio < λατινική fascis < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *bhasko

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νεοφασισμός αρσενικό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

δείτε τις λέξεις: νέος και φασισμός

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]