ντεϊσμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ντεϊσμός < λατινική deus, θεός
πτώση ενικός
ονομαστική ντεϊσμός
γενική ντεϊσμού
αιτιατική ντεϊσμό
κλητική ντεϊσμέ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ντεϊσμός αρσενικό μόνο στον ενικό

  • (γενικός ντεϊσμός) πίστη στην ύπαρξη Θεού ή θείας φύσης που όμως δεν παρεμβαίνει ποτέ στον φυσικό κόσμο
    • (μια απ' τις ντεϊστικές εκδοχές-παρακλάδια, δυνητικά μειωτικό) ο ντεϊσμός που ερμηνεύει την μη εμπλοκή του Θεού ή του θείου λόγω αδιαφορίας Του για τον κόσμο

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • δεν υφίστανται θαύματα ή μεταφυσικά φαινόμενα για τον ντεϊστή
  • ο θεϊσμός-theism είναι γενικότερο κίνημα από τον ντεϊσμό-deism
  • θεϊσμός: (αφορά θεία υπόσταση) ύπαρξη θεού, θεών ή θείας φύσης
  • ντεϊσμός: (αφορά θεία στάση-συμπεριφορά) μη εμπλοκή ή συνειδητή αδιαφορία για τον κόσμο απ' την μεριά του θεού, των θεών ή της θείας φύσης, σκωπτικά ο ντεϊσμός έχει χαρακτηριστεί ως το κίνημα του αυτιστικού Θεού

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]