ντόρτια

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση πληθυντικός
ονομαστική ντόρτια
γενική ντορτιών
αιτιατική ντόρτια
κλητική ντόρτια
ντόρτια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ντόρτια < τουρκική dört + -ια (<)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /'dɔɾ.tça/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ντόρτια ουδέτερο μόνο στον πληθυντικό

  1. όταν και τα δύο ζάρια μιας ζαριάς δείχνουν τέσσερα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα: τεσσάρες
  2. (μεταφορικά) άσχημη εξέλιξη, ατυχία (καθώς αποτελεί κακή ζαριά σε διάφορα παιχνίδια με ζάρια)
    Εμείς με τραμ πηγαίνουμε και άλλοι με ταξάρες, / για μας τα ντόρτια κι οι διπλές και γι' άλλους οι εξάρες. (Από το τραγούδι Το τραμ το τελευταίο, σε στίχους Κώστα Γιαννίδη, Αλέκου Σακελλάριου και Χρήστου Γιαννακόπουλου και μουσική του Μιχάλη Σουγιούλ)
  3. (μεταφορικά) (λαϊκότροπο) επίτευξη τεσσάρων γκολ από μία ομάδα σε ποδοσφαιρικό αγώνα
    Κύπελλο Αργολίδας: Το σήκωσε με... ντόρτια ο Παναργειακός (*)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]