ξεσπιτωμένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Μετοχή
[επεξεργασία]ξεσπιτωμένος, -η, -ο
- μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ξεσπιτώνω
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Αντώνυμα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ξεσπιτωμένος
|
|