ξεφλουδισμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ξεφλουδισμένος ξεφλουδισμένη ξεφλουδισμένο
γενική ξεφλουδισμένου ξεφλουδισμένης ξεφλουδισμένου
αιτιατική ξεφλουδισμένο ξεφλουδισμένη ξεφλουδισμένο
κλητική ξεφλουδισμένε ξεφλουδισμένη ξεφλουδισμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ξεφλουδισμένοι ξεφλουδισμένες ξεφλουδισμένα
γενική ξεφλουδισμένων ξεφλουδισμένων ξεφλουδισμένων
αιτιατική ξεφλουδισμένους ξεφλουδισμένες ξεφλουδισμένα
κλητική ξεφλουδισμένοι ξεφλουδισμένες ξεφλουδισμένα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξεφλουδισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ξεφλουδίζω, ξεφλουδίζομαι

Μετοχή[επεξεργασία]

ξεφλουδισμένος, -η, -ο

  1. που έχει καθαριστεί η φλούδα του (συνήθως για φρούτα)
  2. που έχει φθαρεί η επίστρωσή του (π.χ. ο τοίχος)
  3. που έχει φθαρεί μια στοιβάδα του δέρματος (ο άνθρωπος που έχει εκτεθεί πολλή ώρα στον ήλιο)
  4. δείτε τη λέξη ξεφλουδίζω

Μεταφράσεις[επεξεργασία]