ξυραφάκι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ξυραφάκι ξυραφάκια
γενική
αιτιατική ξυραφάκι ξυραφάκια
κλητική ξυραφάκι ξυραφάκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξυραφάκι < ξυράφι + υποκοριστικό επίθημα -άκι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ξυραφάκι ουδέτερο

  1. η αντικαταστάσιμη ατσάλινη, λεπτή, εύκαμπτη και πλατιά λάμα ξυριστικής μηχανής
  2. (κατ’ επέκταση) η τυποποιημένη και περιορισμένων χρήσεων ξυριστική μηχανή

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]