ξυράφι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ξυράφι ξυράφια
γενική ξυραφιού ξυραφιών
αιτιατική ξυράφι ξυράφια
κλητική ξυράφι ξυράφια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξυράφι < αρχαία ελληνική ξυρόν < ξυρῶ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ksi.ˈɾa.fi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μια λεπίδα ξυραφιού

ξυράφι ουδέτερο και ξουράφι

  1. πολύ λεπτή παραλληλόγραμη λεπίδα από μέταλλο, κοφτερή στις δύο μεγάλες πλευρές της, η οποία χρησιμοποιείται για ξύρισμα
  2. (συνεκδοχικά) η συσκευή που περιέχει την παραπάνω λεπίδα, η ξυριστική μηχανή
  3. (μεταφορικά) ο πολύ έξυπνος άνθρωπος

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]