οδυρμένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- οδυρμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου οδύρομαι
Μετοχή
[επεξεργασία]οδυρμένος, -η, -ο
- → δείτε τη λέξη οδύρομαι
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] οδυρμένος
|
|