ομοούσιος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ομοούσιος < ελληνιστική

Επίθετο[επεξεργασία]

ομοούσιος

  1. (θεολογία, για την Αγία Τριάδα) που έχει την ίδια ουσία, την ίδια φύση
  2. (το ουδέτερο ως ουσιαστικό, για τον Τριαδικό Θεό) η μία και κοινή ουσία, η ταυτότητα της ουσίας
    το ομοούσιον της θεότητος και της άγιας Τριάδος το τρισυπόστατον (Κύριλλ. Κων/π. 371).


Μεταφράσεις[επεξεργασία]