οργανοπαίκτης
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- οργανοπαίκτης < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ὀργανοπαίκτης < αρχαία ελληνική ὄργανον + παίκτης
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]οργανοπαίκτης αρσενικό (θηλυκό οργανοπαίκτρια)
- (επάγγελμα) αυτός που παίζει (επαγγελματικά) κάποιο (λαϊκό) μουσικό όργανο
- ※ Αυτοί που γλύτωσαν ήταν οι Λιφιεράκηδες. Τζερεμέδες και παραβατικοί, μαθημένοι να δυσπιστούν. Έβαλαν τσιλιαδόρο στο έμπα του χωριού, που όταν είδε τα σκούρα έτρεξε και τους ειδοποίησε. Και σκορπίστηκαν οι μπαγάσηδες χωρίς να ειδοποιήσουν κανέναν, ούτε τους οργανοπαίκτες, που οι Γερμανοί φεύγοντας τους πήραν μαζί τους ομήρους στη Βιάννο. (Δημήτρης Στεφανάκης, Μινώταυρος, εκδ. Μεταίχμιο, 2023)
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] οργανοπαίκτης
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναύτης' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Επαγγέλματα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)