οφιολιθικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- οφιολιθικός < οφιόλιθ(ος) + -ικός, λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική ophiolitic < αρχαία ελληνική ὄφις + λίθος
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /o.fi.o.li.θiˈkos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ο‐φι‐ο‐λι‐θι‐κός
Επίθετο
[επεξεργασία]οφιολιθικός, -ή, -ό (χωρίς παραθετικά)
- (γεωλογία, ορυκτολογία) που έχει σχέση με τον οφιόλιθο, ανήκει σ’ αυτόν ή αναφέρεται σ' αυτόν
- παλιότερη πολυτονική γραφή: ὀφιολιθικός
Συγγενικά
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
οφιόλιθος στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία] οφιολιθικός
Πηγές
[επεξεργασία]- οφιολιθικός - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ικός (νέα ελληνικά)
- Λόγια ενδογενή δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Λόγια δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Επίθετα χωρίς παραθετικά (νέα ελληνικά)
- Γεωλογία (νέα ελληνικά)
- Ορυκτολογία (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)