παινεμένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- παινεμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου επαινώ και παινεύω
Μετοχή
[επεξεργασία]παινεμένος, -η, -ο
- που τον έχουν επαινέσει
παινεμένος, -η, -ο