παραμερισμένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Μετοχή
[επεξεργασία]παραμερισμένος, -η, -ο
- μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος παραμερίζω
Αντώνυμα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] παραμερισμένος
|
|
παραμερισμένος, -η, -ο
|
|