παρωδημένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- παρωδημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου παρωδώ
Μετοχή
[επεξεργασία]παρωδημένος, -η, -ο
- → δείτε τη λέξη παρωδώ
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] παρωδημένος
|
|