πατρόνα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | πατρόνα | οι | πατρόνες |
| γενική | της | πατρόνας | των | (πατρονών) |
| αιτιατική | την | πατρόνα | τις | πατρόνες |
| κλητική | πατρόνα | πατρόνες | ||
| Κατηγορία όπως «νότα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- πατρόνα < (άμεσο δάνειο) βενετική patrona < λατινική patronus < pater < πρωτοϊταλική *patēr < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ph₂tḗr
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]πατρόνα θηλυκό
- (παρωχημένο) η διευθύντρια ή ιδιοκτήτρια μιας επιχείρησης
- (οικείο) η διευθύντρια ή ιδιοκτήτρια οίκου ανοχής
- → δείτε και τη λέξη ματρόνα
- (σπάνιο) η οικοδέσποινα
- η παλάσκα, η φυσιγγιοθήκη
- ※ Πότε θα κάμει ξαστεριά,
πότε θα φλεβαρίσει,
να πάρω το ντουφέκι μου, την έμορφη πατρόνα.- μουσική/στίχοι: παραδοσιακό, ερμηνεία: Νίκος Ξυλούρης.
- ※ Πότε θα κάμει ξαστεριά,
Συγγενικά
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] πατρόνα
|
|
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'νότα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με δύσχρηστη γενική πληθυντικού (νέα ελληνικά)
- Δάνεια από τα βενετικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα βενετικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊταλική (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα στίχους τραγουδιών (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)