πεθυμημένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- πεθυμημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου πεθυμώ
Μετοχή
[επεξεργασία]πεθυμημένος, -η, -ο
- → δείτε τη λέξη πεθυμώ
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] πεθυμημένος
|
|