πλευροκοπημένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Μετοχή
[επεξεργασία]πλευροκοπημένος, -η, -ο
- μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος πλευροκοπώ
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] πλευροκοπημένος
|
|
πλευροκοπημένος, -η, -ο
|
|