πολφός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πολφός πολφοί
γενική πολφού πολφών
αιτιατική πολφό πολφούς
κλητική πολφέ πολφοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πολφός < αρχαία ελληνική πολφός (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική pulpe)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πολφός αρσενικό

  1. (ανατομία) πολτώδης μαλακή ουσία στην κεντρική κοιλότητα του δοντιού, που περιέχει συνδετικούς ιστούς, αιμοφόρα αγγεία, νεύρα και μια μικρή δεξαμενή βλαστικών κυττάρων
    Τα κύτταρα αυτά αλλάζουν ταυτότητα και μετατρέπονται τόσο σε κύτταρα του συνδετικού ιστού στον πολφό του δοντιού όσο και σε οδοντοβλάστες –οι οδοντοβλάστες είναι τα κύτταρα που παράγουν τη σκληρή οδοντίνη κάτω από την αδαμαντίνη. (*)
  2. πολτώδης μαλακή ουσία που εκχύνεται από τη σπλήνα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]