πορθημένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- πορθημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου πορθώ
Μετοχή
[επεξεργασία]πορθημένος, -η, -ο
- → δείτε τη λέξη πορθώ
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] πορθημένος
|
|