προγυμνασμένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Μετοχή
[επεξεργασία]προγυμνασμένος, -η, -ο
- μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος προγυμνάζω
Αντώνυμα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] προγυμνασμένος
|
|
προγυμνασμένος, -η, -ο
|
|