προφυλακισμένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Μετοχή
[επεξεργασία]προφυλακισμένος, -η, -ο
- μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος προφυλακίζω
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] προφυλακισμένος
|
|
προφυλακισμένος, -η, -ο
|
|