πρωρεύς

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική πρωρεύς πρωρεῖ πρωρεῖς
Γενική πρωρέως πρωρέοιν πρωρέων
Δοτική πρωρεῖ πρωρέοιν πρωρεῦσι(ν)
Αιτιατική πρωρέα πρωρεῖ πρωρέας
Κλητική πρωρεῦ πρωρεῖ πρωρεῖς

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πρωρεύς < αρχαία ελληνική πρῳρεύς < πρώρα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πρωρεύς αρσενικό (λόγιο)

  1. (ναυτικός όρος): ο πρωρέας, ο λοστρόμος
  2. ο εκπαιδευτής των πρωρατικών

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]