πυργωμένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- πυργωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου πυργώνω
Μετοχή
[επεξεργασία]πυργωμένος, -η, -ο
- → δείτε τη λέξη πυργώνω
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] πυργωμένος
|
|