πυροφορικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]πυροφορικός, -η, -ο
- που φέρνει πυρ, δηλαδή φωτιά
- υλικό που αναφλέγεται με την έκθεσή του στον ατμοσφαιρικό αέρα ή με την επαφή του με οξυγονούχες ουσίες, όπως και το νερό, ιδιαίτερα σε μορφή ρινισμάτων, στις συνηθισμένες συνθήκες
- που βγάζει σπίθες με την τριβή ή την κρούση
- που οξειδώνεται με τη έκθεσή του με τον ατμοσφαιρικό αέρα, στις συνηθισμένες συνθήκες
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] πυροφορικός