πυροφορικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική πυροφορικός πυροφορική πυροφορικό
γενική πυροφορικού πυροφορικής πυροφορικού
αιτιατική πυροφορικό πυροφορική πυροφορικό
κλητική πυροφορικέ πυροφορική πυροφορικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πυροφορικοί πυροφορικές πυροφορικά
γενική πυροφορικών πυροφορικών πυροφορικών
αιτιατική πυροφορικούς πυροφορικές πυροφορικά
κλητική πυροφορικοί πυροφορικές πυροφορικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πυροφορικός = πυρ + φέρω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πυροφορικός αρσενικό: Αυτός που φέρνει πυρ, δηλαδή φωτιά. Το ουδέτερό του, δηλαδή το πυροφορικό, εννοεί:

  1. Υλικό που αναφλέγεται με την έκθεσή του στον ατμοσφαιρικό αέρα ή με την επαφή του με οξυγονούχες ουσίες, όπως και το νερό, ιδιιαίτερα σε μορφή ρινισμάτων, στις συνηθισμένες συνθήκες.
  2. Βγάζει σπίθες με την τριβή ή την κρούση.
  3. Οξειδώνεται με τη έκθεσή του με τον ατμοσφαιρικό αέρα, στις συνηθισμένες συνθήκες.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]