ραμφόστομος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ραμφόστομος < ράμφος + στόμα

Επίθετο[επεξεργασία]

ραμφόστομος, -η, -ο

ραμφόστομη φιάλη (σαλτσιέρα, κύμβη)