φιάλη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η φιάλη οι φιάλες
      γενική της φιάλης των φιαλών
    αιτιατική τη φιάλη τις φιάλες
     κλητική φιάλη φιάλες
όπως «νίκη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

φιάλη < (διαχρονικό) αρχαία ελληνική φιάλη και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική fiole[1]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /fiˈa.li/
τυπογραφικός συλλαβισμός: φι‐ά‐λη

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φιάλη θηλυκό

  1. γυάλινο ή πλαστικό κυλινδρικό δοχείο με κλειστό λαιμό για υγρά, μπουκάλι, μποτίλια
  2. μεγάλο σιδερένιο δοχείο για αποθήκευση αερίων σε υγρή μορφή
  3. μία μονάδα αίματος για αιμοδοσία
  4. (αρχαιολογία) ανοιχτό ρηχό αγγείο σε σχήμα δίσκου, πιατάκι
  5. (αρχαιολογία) ραμφόστομη φιάλη: η "σαλτσιέρα" ή κύμβη

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική φιάλη φιάλα φιᾶλαι
Γενική φιάλης φιάλαιν φιαλῶν
Δοτική φιάλ φιάλαιν φιάλαις
Αιτιατική φιάλην φιάλα φιάλας
Κλητική φιάλη φιάλα φιᾶλαι

Ετυμολογία [επεξεργασία]

φιάλη < αβέβαιη ετυμολογία, πιθανόν συγγενής ρίζα με το φιαρός (στιλπνός, λιπαρός) ή τα "πίνω" και "πίων" (ελαιώδες, εύφορο)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φιάλη θηλυκό

  1. αγγείο για διάφορες χρήσεις
  2. σκεύος σαν μικρή λεκάνη, για τηγάνισμα-βράσιμο
  3. φάτνωμα, κοίλο κόσμημα της οροφής, αναφέρεται και ως φιέλη
  4. (μεταφορικά) για την ασπίδα
    φιάλη Ἄρεως" (η ασπίδα)

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • τό ἐκ φιάλης εἰσόδημα : πιθανόν όταν συγκέντρωναν χρήματα μέσα σε μια λεκάνη ή φιάλη

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]