Μετάβαση στο περιεχόμενο

ρατσισμός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ρατσισμός οι ρατσισμοί
      γενική του ρατσισμού των ρατσισμών
    αιτιατική τον ρατσισμό τους ρατσισμούς
     κλητική ρατσισμέ ρατσισμοί
Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ρατσισμός < (άμεσο δάνειο) ιταλική razzismo < razza + -ismo

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ρατσισμός αρσενικό

  • η θεωρία που διακηρύσσει ότι μία φυλή έχει κάποια εγγενή χαρακτηριστικά που την καθιστούν ανώτερη από τις άλλες
      Τι είναι, τέλος πάντων, αυτός ο ηλικιακός ρατσισμός; Ο ηλικιακός ρατσισμός ή ηλικισμός (από τον αγγλικό όρο ageism) είναι η προκατάληψη, η διάκριση ή ο εκφοβισμός ατόμων και ομάδων με βάση την ηλικία τους. Ο όρος “ageism” επινοήθηκε το 1969 από τον Αμερικανό ψυχίατρο και γεροντολόγο Ρόμπερτ Μπάτλερ, για να περιγράψει τις διακρίσεις σε βάρος των ηλικιωμένων, με βάση την ορολογία του σεξισμού και του ρατσισμού.
    Πώς βίωσα τον ηλικιακό ρατσισμό, 07-03-2025, @simerini.sigmalive.com, συντάκτρια: Ζήνα Λυσσάνδρου Παναγίδη, ημερομηνία ανάκτησης: 14-07-2025.
      Στόχος είναι να γίνει αντιληπτό στα πλαίσια του Κριτικού Γραμματισμού από τους μαθητές / τριες της Γ΄τάξης του γενικού λυκείου ότι ο ρατσισμός εμφιλοχωρεί ακόμη και σε επιλεγμένα κείμενα σχολικών εγχειριδίων. (Βιργινία Καψή, Διδακτικές προτάσεις στα δίκτυα κειμένων της Νεοελληνικής Γλώσσας της Γ' τάξης Λυκείου στα πλαίσια του κριτικού γραμματισμού, MSc thesis, Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, Πάτρα, Ι31/7/2021 )

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]