ρεβανσισμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ρεβανσισμός ρεβανσισμοί
γενική ρεβανσισμού ρεβανσισμών
αιτιατική ρεβανσισμό ρεβανσισμούς
κλητική ρεβανσισμέ ρεβανσισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ρεβανσισμός < γαλλική revanchisme < revanche < λατινική vindico < dico < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *deyḱ-

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ρεβανσισμός αρσενικό

  • (πολιτική) πολιτικός και κοινωνικός όρος ο οποίος δηλώνει τη στάση που καλλιεργείται αποκλειστικά από το πνεύμα της αντεκδίκησης ύστερα από μία ήττα
    Ο ρεβανσισμός και η μισαλλοδοξία των διοικούντων απέναντι στους εργαζόμενους που δεν γονατίζουν μπροστά στις απειλές και την τρομοκρατία, θα απαντηθεί από εμάς όπως πρέπει και με την διάρκεια που αρμόζει. (*)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]