ρινόκερος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ρινόκερος ρινόκεροι
γενική ρινόκερου ρινόκερων
αιτιατική ρινόκερο ρινόκερους
κλητική ρινόκερε ρινόκεροι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ρινόκερος < ῥινόκερως < ῥις + κέρας.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ρινόκερος αρσενικό

Ένας ρινόκερος.

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]