Μετάβαση στο περιεχόμενο

σίγνον

Από Βικιλεξικό

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ σίγνον τὰ σίγνᾰ
      γενική τοῦ σίγνου τῶν σίγνων
      δοτική τῷ σίγνῳ τοῖς σίγνοις
    αιτιατική τὸ σίγνον τὰ σίγνᾰ
     κλητική ὦ! σίγνον σίγνᾰ
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  σίγνω
γεν-δοτ τοῖν  σίγνοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'τέκνον' όπως «τέκνον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σίγνον < ελληνιστική κοινή σίγνον < λατινική sigmum < πρωτοϊταλική *seknom < πρωτοϊταλική *sek- (κόβω) ή *sekʷ- (ακολουθώ)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

σίγνον ουδέτερο

  1. σημάδι (σε μορφή σταυρού), υπογραφή
  2. κωδικός