σανσκριτικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική σανσκριτικός σανσκριτική σανσκριτικό
γενική σανσκριτικού σανσκριτικής σανσκριτικού
αιτιατική σανσκριτικό σανσκριτική σανσκριτικό
κλητική σανσκριτικέ σανσκριτική σανσκριτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική σανσκριτικοί σανσκριτικές σανσκριτικά
γενική σανσκριτικών σανσκριτικών σανσκριτικών
αιτιατική σανσκριτικούς σανσκριτικές σανσκριτικά
κλητική σανσκριτικοί σανσκριτικές σανσκριτικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σανσκριτικός < αγγλική Sanskrit < σανσκριτική संस्कृत (saṃ-skṛtá, “τέλειος, ολοκληρωμένος”)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

σανσκριτικός, -ή, -ό

  1. σχετικός με την αρχαία γλώσσα των Ινδιών, τα σανσκριτικά


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]