σεισμόπληκτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σεισμόπληκτος < σεισμός + -πληκτος (< πλήττω)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

σεισμόπληκτος, -η, -ο

  1. (για περιοχή ή πρόσωπο) που έχει πληγεί από πρόσφατο σεισμό


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]