Μετάβαση στο περιεχόμενο

σιδηροῦς

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: σιδηρούς

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]

σιδηροῦς, -ᾶ, -οῦν

  • αττικός τύπος συνηρημένη μορφή του σιδήρεος
      ὃ νυνδὴ ἔλεγον, θεία δὲ δύναμις ἥ σε κινεῖ, ὥσπερ ἐν τῇ λίθῳ ἣν Εὐριπίδης μὲν Μαγνῆτιν ὠνόμασεν, οἱ δὲ πολλοὶ Ἡρακλείαν. καὶ γὰρ αὕτη ἡ λίθος οὐ μόνον αὐτοὺς τοὺς δακτυλίους ἄγει τοὺς σιδηροῦς, ἀλλὰ καὶ δύναμιν ἐντίθησι τοῖς δακτυλίοις ὥστ᾽ αὖ δύνασθαι ταὐτὸν τοῦτο ποιεῖν ὅπερ ἡ λίθος, ἄλλους ἄγειν δακτυλίους, ὥστ᾽ ἐνίοτε ὁρμαθὸς μακρὸς πάνυ σιδηρίων καὶ δακτυλίων ἐξ ἀλλήλων ἤρτηται· πᾶσι δὲ τούτοις ἐξ ἐκείνης τῆς λίθου ἡ δύναμις ἀνήρτηται.
    όπως έλεγα τώρα δα, θεϊκή δύναμη που σε δονεί, όπως ακριβώς συμβαίνει και με την πέτρα που ο Ευριπίδης την ονόμασε «μαγνήτη» και ο πολύς κόσμος την λέει «πέτρα του Ηρακλή». Γιατί κι αυτή η πέτρα δεν τραβάει μόνο τα δαχτυλίδια τα σιδερένια, αλλά επιπλέον τους μεταβιβάζει τη δύναμή της ώστε να μπορούν κι αυτά να κάνουν ό,τι η πέτρα, να παρασύρουν δηλαδή μαζί τους άλλα δαχτυλίδια, με αποτέλεσμα μερικές φορές να σχηματίζεται ολόκληρη αρμαθιά από σιδεράκια και δαχτυλίδια που κρέμονται το ένα από το άλλο· κι όλα αυτά παίρνουν τη δύναμή τους από εκείνη την πέτρα.
    Πλάτων, Ἴων (533c-535a), μετάφραση Ν. Μ. Σκουτερόπουλος, εκδ. Εκκρεμές, 2002


γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
σῐδηρεο- σῐδηρεᾱ- σῐδηρεο-
ονομαστική σιδήρεος   > σιδηροῦς σιδηρέ   > σιδηρ τὸ σιδήρεον   > σιδηροῦν
      γενική τοῦ σιδηρέου   > σιδηροῦ τῆς σιδηρέᾱς > σιδηρᾶς τοῦ σιδηρέου   > σιδηροῦ
      δοτική τῷ σιδηρέ    > σιδηρ τῇ σιδηρέ   > σιδηρ τῷ σιδηρέ    > σιδηρ
    αιτιατική τὸν σιδήρεον   > σιδηροῦν τὴν σιδηρέᾱν > σιδηρᾶν τὸ σιδήρεον   > σιδηροῦν
     κλητική ! σιδήρεε   - σιδηροῦς σιδηρέ   > σιδηρ σιδήρεον   > σιδηροῦν
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ σιδήρεοι   > σιδηροῖ αἱ σιδήρεαι   > σιδηραῖ τὰ σιδήρε   > σιδηρ
      γενική τῶν σιδηρέων > σιδηρῶν τῶν σιδηρέων > σιδηρῶν τῶν σιδηρέων > σιδηρῶν
      δοτική τοῖς σιδηρέοις > σιδηροῖς ταῖς σιδηρέαις > σιδηραῖς τοῖς σιδηρέοις > σιδηροῖς
    αιτιατική τοὺς σιδηρέους > σιδηροῦς τὰς σιδηρέᾱς > σιδηρᾶς τὰ σιδήρε   > σιδηρ
     κλητική ! σιδήρεοι   > σιδηροῖ σιδήρεαι   > σιδηραῖ σιδήρε   > σιδηρ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ σιδηρέω   > σιδηρώ τὼ σιδηρέ   > σιδηρ τὼ σιδηρέω   > σιδηρώ
      γεν-δοτ τοῖν σιδηρέοιν > σιδηροῖν τοῖν σιδηρέαιν > σιδηραῖν τοῖν σιδηρέοιν > σιδηροῖν
Οι σπάνιες κλητικές πτώσεις, ίδιες με τις ονομαστικές.
2η&1η κλίση, ομάδα 'χρύσεος χρυσοῦς', Κατηγορία 'σιδηροῦς' όπως «σιδηροῦς» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές