σιχαμερός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σιχαμερός < → λείπει η ετυμολογία

Επίθετο[επεξεργασία]

σιχαμερός, -ή, -ό

  1. που προκαλεί αποστροφή, από αισθητική ή ηθική άποψη
    ένας σιχαμερός απόπατος
    ένας σιχαμερός και γλοιώδης κόλακας

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]