σκαμμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική σκαμμένος σκαμμένη σκαμμένο
γενική σκαμμένου σκαμμένης σκαμμένου
αιτιατική σκαμμένο σκαμμένη σκαμμένο
κλητική σκαμμένε σκαμμένη σκαμμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική σκαμμένοι σκαμμένες σκαμμένα
γενική σκαμμένων σκαμμένων σκαμμένων
αιτιατική σκαμμένους σκαμμένες σκαμμένα
κλητική σκαμμένοι σκαμμένες σκαμμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκαμμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος σκάβω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

σκαμμένος, -η, -ο

  1. δείτε τη λέξη: σκάβω

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]