σκαπανέας

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σκαπανέας σκαπανείς
γενική σκαπανέα σκαπανέων
αιτιατική σκαπανέα σκαπανείς
κλητική σκαπανέα σκαπανείς

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκαπανέας < ελληνιστική κοινή σκαπανεύς < σκαπάνη

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σκαπανέας αρσενικό

  1. (σπάνιο) πρόσωπο που εργάζεται με τη σκαπάνη, που έχει ως κύριο εργαλείο της δουλειάς του τη σκαπάνη, σκαφτιάς
  2. ειδικότητα στο στρατό ξηράς, κυρίως στο Μηχανικό
    στη μονάδα υπήρχαν και δύο σκαπανείς Πεζικού
  3. (συνεκδοχικά) στρατιώτης του Μηχανικού
  4. (μεταφορικά) πρωτοπόρος, αυτός που ανοίγει δρόμους σε έναν τομέα

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]