σκληραγωγικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική σκληραγωγικός σκληραγωγική σκληραγωγικό
γενική σκληραγωγικού σκληραγωγικής σκληραγωγικού
αιτιατική σκληραγωγικό σκληραγωγική σκληραγωγικό
κλητική σκληραγωγικέ σκληραγωγική σκληραγωγικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική σκληραγωγικοί σκληραγωγικές σκληραγωγικά
γενική σκληραγωγικών σκληραγωγικών σκληραγωγικών
αιτιατική σκληραγωγικούς σκληραγωγικές σκληραγωγικά
κλητική σκληραγωγικοί σκληραγωγικές σκληραγωγικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκληραγωγικός < σκληραγωγώ + -ικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

σκληραγωγικός

  • που έχει σχέση με την σκληραγωγία, αναφέρεται σ’ αυτή ή συντελεί σ’ αυτή

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]