σουδάριον

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σουδάριον < αρχαία ελληνική σουδάριον

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σουδάριον ουδέτερο


Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική σουδάριον σουδαρίω σουδάρια
Γενική σουδαρίου σουδαρίοιν σουδαρίων
Δοτική σουδαρί σουδαρίοιν σουδαρίοις
Αιτιατική σουδάριον σουδαρίω σουδάρια
Κλητική σουδάριον σουδαρίω σουδάρια

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σουδάριον < λατινική sudarium

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σουδάριον ουδέτερο

  1. πετσέτα
  2. μαντίλι
    καὶ ταῦτα εἰπὼν φωνῇ μεγάλῃ ἐκραύγασε· Λάζαρε, δεῦρο ἔξω. καὶ ἐξῆλθεν ὁ τεθνηκὼς δεδεμένος τοὺς πόδας καὶ τὰς χεῖρας κειρίαις καὶ ἡ ὄψις αὐτοῦ σουδαρίῳ περιεδέδετο. (Ευαγγέλιον Κατά Ιωάννην, ια 44)
  3. πανί για το σκούπισμα του ιδρώτα