σπιτονοικοκύρης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο σπιτονοικοκύρης οι σπιτονοικοκύρηδες
      γενική του σπιτονοικοκύρη των σπιτονοικοκύρηδων
    αιτιατική τον σπιτονοικοκύρη τους σπιτονοικοκύρηδες
     κλητική σπιτονοικοκύρη σπιτονοικοκύρηδες
Κατηγορία όπως «μανάβης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σπιτονοικοκύρης < σπίτι + -ο- + νοικοκύρης

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σπιτονοικοκύρης αρσενικό (θηλυκό: σπιτονοικοκυρά)

  1. ο νοικοκύρης του σπιτιού
  2. ο οικοδεσπότης
  3. αυτός που παραχωρεί ένα σπίτι προς ενοικίαση (το νοικιάζει) σε σχέση με τον ενοικιαστή του

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]