σπιτονοικοκύρης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σπιτονοικοκύρης σπιτονοικοκύρηδες
γενική σπιτονοικοκύρη σπιτονοικοκύρηδων
αιτιατική σπιτονοικοκύρη σπιτονοικοκύρηδες
κλητική σπιτονοικοκύρη σπιτονοικοκύρηδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σπιτονοικοκύρης < σπίτι + -ο- + νοικοκύρης

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σπιτονοικοκύρης αρσενικό (θηλυκό: σπιτονοικοκυρά)

  1. ο νοικοκύρης του σπιτιού
  2. ο οικοδεσπότης
  3. αυτός που παραχωρεί ένα σπίτι προς ενοικίαση (το νοικιάζει) σε σχέση με τον ενοικιαστή του

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]