στέμμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική στέμμα στέμματα
γενική στέμματος στεμμάτων
αιτιατική στέμμα στέμματα
κλητική στέμμα στέμματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στέμμα < → Η ετυμολογία λείπει.
το ηλιακό στέμμα κατά τη διάρκεια μιας έκλειψης

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

στέμμα ουδέτερο

  1. το διάδημα που φοράει ένας μονάρχης ως σύμβολο της εξουσίας του
  2. ο μονάρχης
    αυτά τα κτήματα είναι ιδιοκτησία του Στέμματος
  3. ηλιακό στέμμα: η ατμόσφαιρα του ήλιου και άλλων άστρων που αποτελείται από πλάσμα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]