στραβομουτσουνιασμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική στραβομουτσουνιασμένος στραβομουτσουνιασμένη στραβομουτσουνιασμένο
γενική στραβομουτσουνιασμένου στραβομουτσουνιασμένης στραβομουτσουνιασμένου
αιτιατική στραβομουτσουνιασμένο στραβομουτσουνιασμένη στραβομουτσουνιασμένο
κλητική στραβομουτσουνιασμένε στραβομουτσουνιασμένη στραβομουτσουνιασμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική στραβομουτσουνιασμένοι στραβομουτσουνιασμένες στραβομουτσουνιασμένα
γενική στραβομουτσουνιασμένων στραβομουτσουνιασμένων στραβομουτσουνιασμένων
αιτιατική στραβομουτσουνιασμένους στραβομουτσουνιασμένες στραβομουτσουνιασμένα
κλητική στραβομουτσουνιασμένοι στραβομουτσουνιασμένες στραβομουτσουνιασμένα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

στραβομουτσουνιασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος στραβομουτσουνιάζω

Μετοχή[επεξεργασία]

στραβομουτσουνιασμένος, -η, -ο

  1. δείτε τη λέξη στραβομουτσουνιάζω

Μεταφράσεις[επεξεργασία]