συμμετέχων

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συμμετέχων < συμμετέχω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

συμμετέχων, -ουσα, -ον

  1. αυτός που συμμετέχει, που παίρνει μέρος σε κάτι

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]