συμφωνηθείς
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | συμφωνηθείς | η | συμφωνηθείσα | το | συμφωνηθέν |
| γενική | του | συμφωνηθέντος | της | συμφωνηθείσας & συμφωνηθείσης* |
του | συμφωνηθέντος |
| αιτιατική | τον | συμφωνηθέντα | τη | συμφωνηθείσα | το | συμφωνηθέν |
| κλητική | συμφωνηθείς | συμφωνηθείσα | συμφωνηθέν | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | συμφωνηθέντες | οι | συμφωνηθείσες | τα | συμφωνηθέντα |
| γενική | των | συμφωνηθέντων | των | συμφωνηθεισών | των | συμφωνηθέντων |
| αιτιατική | τους | συμφωνηθέντες | τις | συμφωνηθείσες | τα | συμφωνηθέντα |
| κλητική | συμφωνηθέντες | συμφωνηθείσες | συμφωνηθέντα | |||
| Οι αρχαίες καταλήξεις για τα τρία γένη: -είς -εῖσα, -έν * παλιότερος λόγιος τύπος | ||||||
| ομάδα 'πληγείς', Κατηγορία όπως «παρευρεθείς» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /siɱ.fo.niˈθis/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : συμ‐φω‐νη‐θείς
Μετοχή
[επεξεργασία]συμφωνηθείς, -είσα, -έν
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] συμφωνηθείς
|
|
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]συμφωνηθείς
Κατηγορίες:
- Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'πληγείς' (νέα ελληνικά)
- Μετοχές που κλίνονται όπως το 'παρευρεθείς' (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Μετοχές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Μετοχές παθητικού αορίστου (νέα ελληνικά)
- Ρηματικοί τύποι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)