σφιχτόκωλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σφιχτόκωλος < κώλος + σφιχτός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

σφιχτόκωλος, -η, -ο

  1. που έχει σφιχτό κώλο