σφοδρότερος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική σφοδρότερος σφοδρότερη σφοδρότερο
γενική σφοδρότερου σφοδρότερης σφοδρότερου
αιτιατική σφοδρότερο σφοδρότερη σφοδρότερο
κλητική σφοδρότερε σφοδρότερη σφοδρότερο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική σφοδρότεροι σφοδρότερες σφοδρότερα
γενική σφοδρότερων σφοδρότερων σφοδρότερων
αιτιατική σφοδρότερους σφοδρότερες σφοδρότερα
κλητική σφοδρότεροι σφοδρότερες σφοδρότερα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σφοδρότερος < συγκριτικός βαθμός του σφοδρός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

σφοδρότερος, -η, -ο

  1. που είναι πιο σφοδρός από κάποιον ή κάτι άλλο
    σφοδρότερη σύγκρουση
    σφοδρότερος στις αντιπαραθέσεις του σε σύγκριση με άλλους βουλευτές




Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]