ταχυδακτυλουργία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ταχυδακτυλουργία ταχυδακτυλουργίες
γενική ταχυδακτυλουργίας ταχυδακτυλουργιών
αιτιατική ταχυδακτυλουργία ταχυδακτυλουργίες
κλητική ταχυδακτυλουργία ταχυδακτυλουργίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ταχυδακτυλουργία < ταχυδακτυλουργός + -ία < ταχύς + δάκτυλο + -ουργός (< αρχαία ελληνική -ουργός < ἔργον)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ta.çi.ða.kti.luɾ.ˈʝi.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ταχυδακτυλουργία θηλυκό

  1. το να είναι κάποιος ταχυδακτυλουργός
  2. (μεταφορικά) πονηριά και απάτη που χρησιμοποιούνται για ιδιοτελείς σκοπούς

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]