ταχυδακτυλουργία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ταχυδακτυλουργία οι ταχυδακτυλουργίες
      γενική της ταχυδακτυλουργίας των ταχυδακτυλουργιών
    αιτιατική την ταχυδακτυλουργία τις ταχυδακτυλουργίες
     κλητική ταχυδακτυλουργία ταχυδακτυλουργίες
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ταχυδακτυλουργία < ταχυδακτυλουργός + -ία < ταχύς + δάκτυλο + -ουργός (< αρχαία ελληνική -ουργός < ἔργον)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ta.çi.ða.kti.luɾˈʝi.a/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ταχυδακτυλουργία θηλυκό

  1. το να είναι κάποιος ταχυδακτυλουργός
  2. (μεταφορικά) πονηριά και απάτη που χρησιμοποιούνται για ιδιοτελείς σκοπούς

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]